Conjugation of φαγουρίζω
fa.ɣuˈɾi.zoνιώθω φαγούρα (δόκιμο μόνο στο τρίτο πρόσωπο) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φαγουρίζω |
| εσύ | φαγουρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουρίζει |
| εμείς | φαγουρίζουμε |
| εσείς | φαγουρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | φαγούριζα |
| εσύ | φαγούριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγούριζε |
| εμείς | φαγουρίζαμε |
| εσείς | φαγουρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγούριζαν |
Αόριστος
| εγώ | φαγούρισα |
| εσύ | φαγούρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγούρισε |
| εμείς | φαγουρίσαμε |
| εσείς | φαγουρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγούρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φαγουρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φαγουρίσω |
| εσύ | φαγουρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουρίσει |
| εμείς | φαγουρίσουμε |
| εσείς | φαγουρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φαγούριζε |
| εσείς | φαγουρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φαγούρισε |
| εσείς | φαγουρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φαγουρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φαγουρίζομαι |
| εσύ | φαγουρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουρίζεται |
| εμείς | φαγουριζόμαστε |
| εσείς | φαγουρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | φαγουριζόμουν |
| εσύ | φαγουριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουριζόταν |
| εμείς | φαγουριζόμασταν |
| εσείς | φαγουριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | φαγουρίστηκα |
| εσύ | φαγουρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουρίστηκε |
| εμείς | φαγουριστήκαμε |
| εσείς | φαγουριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φαγουριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φαγουριστώ |
| εσύ | φαγουριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φαγουριστεί |
| εμείς | φαγουριστούμε |
| εσείς | φαγουριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φαγουριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φαγουρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φαγουρίσου |
| εσείς | φαγουριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φαγουριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.