HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φαίνομαι — definition

Conjugation of φαίνομαι

Regular CEFR B1
ˈfe.no.me

είμαι ορατός, εμφανής Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φαίνομαι
εσύ φαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φαίνεται
εμείς φαινόμαστε
εσείς φαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φαίνονται
Παρατατικός
εγώ φαινόμουν
εσύ φαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φαινόταν
εμείς φαινόμασταν
εσείς φαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φαίνονταν
Αόριστος
εγώ φάνηκα
εσύ φάνηκες
αυτός / αυτή / αυτό φάνηκε
εμείς φανήκαμε
εσείς φανήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φάνηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φανώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φανώ
εσύ φανείς
αυτός / αυτή / αυτό φανεί
εμείς φανούμε
εσείς φανείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φανούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φαίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς φανείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φανεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary