HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φέγγω — definition

Conjugation of φέγγω

Regular CEFR B1
ˈfeŋ.ɡo

, για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φέγγω
εσύ φέγγεις
αυτός / αυτή / αυτό φέγγει
εμείς φέγγουμε
εσείς φέγγετε
αυτοί / αυτές / αυτά φέγγουν
Παρατατικός
εγώ έφεγγα
εσύ έφεγγες
αυτός / αυτή / αυτό έφεγγε
εμείς φέγγαμε
εσείς φέγγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφεγγαν
Αόριστος
εγώ έφεξα
εσύ έφεξες
αυτός / αυτή / αυτό έφεξε
εμείς φέξαμε
εσείς φέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φέξω
εσύ φέξεις
αυτός / αυτή / αυτό φέξει
εμείς φέξουμε
εσείς φέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φέγγε
εσείς φέγγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φέξε
εσείς φέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φέξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary