Conjugation of φέγγει
ˈfeŋ.ɟithird-person singular present of φέγγω (féngo) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | φέγγει |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | έφεγγε |
Αόριστος
| αυτός / αυτή / αυτό | έφεξε |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| αυτός / αυτή / αυτό | φέξει |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φέξει |