HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υστερώ — definition

Conjugation of υστερώ

Regular CEFR B1
i.steˈɾo

είμαι κατώτερος σε σύγκριση με (+ γενική / έναντι + γενική / από + αιτιατική) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υστερώ
εσύ υστερείς
αυτός / αυτή / αυτό υστερεί
εμείς υστερούμε
εσείς υστερείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υστερούν
Παρατατικός
εγώ υστερούσα
εσύ υστερούσες
αυτός / αυτή / αυτό υστερούσε
εμείς υστερούσαμε
εσείς υστερούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υστερούσαν
Αόριστος
εγώ υστέρησα
εσύ υστέρησες
αυτός / αυτή / αυτό υστέρησε
εμείς υστερήσαμε
εσείς υστερήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υστέρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υστερήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υστερήσω
εσύ υστερήσεις
αυτός / αυτή / αυτό υστερήσει
εμείς υστερήσουμε
εσείς υστερήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υστερήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υστερείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υστέρησε
εσείς υστερήστε
Απαρέμφατο αορίστου
υστερήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary