Conjugation of υποφέρω
i.poˈfe.ɾoνιώθω ένα έντονα αρνητικό αίσθημα, πόνο σωματικό ή ψυχικό, βρίσκομαι κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποφέρω |
| εσύ | υποφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφέρει |
| εμείς | υποφέρουμε |
| εσείς | υποφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφέρουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπέφερα |
| εσύ | υπέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέφερε |
| εμείς | υποφέραμε |
| εσείς | υποφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέφεραν |
Αόριστος
| εγώ | υπέφερα |
| εσύ | υπέφερες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέφερε |
| εμείς | υποφέραμε |
| εσείς | υποφέρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέφεραν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποφέρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποφέρω |
| εσύ | υποφέρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφέρει |
| εμείς | υποφέρουμε |
| εσείς | υποφέρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφέρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπέφερε |
| εσείς | υποφέρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπέφερε |
| εσείς | υποφέρτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποφέρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποφέρομαι |
| εσύ | υποφέρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφέρεται |
| εμείς | υποφερόμαστε |
| εσείς | υποφέρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφέρονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποφερόμουν |
| εσύ | υποφερόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφερόταν |
| εμείς | υποφερόμασταν |
| εσείς | υποφερόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφέρονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποφέρθηκα |
| εσύ | υποφέρθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφέρθηκε |
| εμείς | υποφερθήκαμε |
| εσείς | υποφερθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφέρθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποφερθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποφερθώ |
| εσύ | υποφερθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποφερθεί |
| εμείς | υποφερθούμε |
| εσείς | υποφερθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποφερθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποφέρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | υποφερθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποφερθεί |