HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υποφέρω — definition

Conjugation of υποφέρω

Regular CEFR C2
i.poˈfe.ɾo

νιώθω ένα έντονα αρνητικό αίσθημα, πόνο σωματικό ή ψυχικό, βρίσκομαι κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υποφέρω
εσύ υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό υποφέρει
εμείς υποφέρουμε
εσείς υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποφέρουν
Παρατατικός
εγώ υπέφερα
εσύ υπέφερες
αυτός / αυτή / αυτό υπέφερε
εμείς υποφέραμε
εσείς υποφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπέφεραν
Αόριστος
εγώ υπέφερα
εσύ υπέφερες
αυτός / αυτή / αυτό υπέφερε
εμείς υποφέραμε
εσείς υποφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπέφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποφέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υποφέρω
εσύ υποφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό υποφέρει
εμείς υποφέρουμε
εσείς υποφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποφέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ υπέφερε
εσείς υποφέρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπέφερε
εσείς υποφέρτε
Απαρέμφατο αορίστου
υποφέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υποφέρομαι
εσύ υποφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό υποφέρεται
εμείς υποφερόμαστε
εσείς υποφέρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά υποφέρονται
Παρατατικός
εγώ υποφερόμουν
εσύ υποφερόσουν
αυτός / αυτή / αυτό υποφερόταν
εμείς υποφερόμασταν
εσείς υποφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά υποφέρονταν
Αόριστος
εγώ υποφέρθηκα
εσύ υποφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό υποφέρθηκε
εμείς υποφερθήκαμε
εσείς υποφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά υποφέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποφερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υποφερθώ
εσύ υποφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό υποφερθεί
εμείς υποφερθούμε
εσείς υποφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υποφερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υποφέρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς υποφερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
υποφερθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary