Conjugation of υποστηρίζω
i.po.stiˈɾi.zoκάνω πλήρη παρουσίαση του θέματός μου στην υπεύθυνη επιτροπή αναλύοντας το τι έκανα και γιατί το έκανα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποστηρίζω |
| εσύ | υποστηρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηρίζει |
| εμείς | υποστηρίζουμε |
| εσείς | υποστηρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | υποστήριζα |
| εσύ | υποστήριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστήριζε |
| εμείς | υποστηρίζαμε |
| εσείς | υποστηρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστήριζαν |
Αόριστος
| εγώ | υποστήριξα |
| εσύ | υποστήριξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστήριξε |
| εμείς | υποστηρίξαμε |
| εσείς | υποστηρίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστήριξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποστηρίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποστηρίξω |
| εσύ | υποστηρίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηρίξει |
| εμείς | υποστηρίξουμε |
| εσείς | υποστηρίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηρίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υποστήριζε |
| εσείς | υποστηρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποστήριξε |
| εσείς | υποστηρίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποστηρίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποστηρίζομαι |
| εσύ | υποστηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηρίζεται |
| εμείς | υποστηριζόμαστε |
| εσείς | υποστηρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποστηριζόμουν |
| εσύ | υποστηριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηριζόταν |
| εμείς | υποστηριζόμασταν |
| εσείς | υποστηριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποστηρίχθηκα |
| εσύ | υποστηρίχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηρίχθηκε |
| εμείς | υποστηριχθήκαμε |
| εσείς | υποστηριχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηρίχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποστηριχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποστηριχθώ |
| εσύ | υποστηριχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποστηριχθεί |
| εμείς | υποστηριχθούμε |
| εσείς | υποστηριχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποστηριχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποστηρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποστηρίξου |
| εσείς | υποστηριχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποστηριχθεί |