Conjugation of υποσκάπτω
i.poˈska.ptoυπονομεύω, κλονίζω, δυναμιτίζω, ναρκοθετώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποσκάπτω |
| εσύ | υποσκάπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκάπτει |
| εμείς | υποσκάπτουμε |
| εσείς | υποσκάπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκάπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπέσκαπτα |
| εσύ | υπέσκαπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέσκαπτε |
| εμείς | υποσκάπταμε |
| εσείς | υποσκάπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέσκαπταν |
Αόριστος
| εγώ | υπέσκαψα |
| εσύ | υπέσκαψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέσκαψε |
| εμείς | υποσκάψαμε |
| εσείς | υποσκάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέσκαψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποσκάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποσκάψω |
| εσύ | υποσκάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκάψει |
| εμείς | υποσκάψουμε |
| εσείς | υποσκάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκάψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπόσκαπτε |
| εσείς | υποσκάπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπόσκαψε |
| εσείς | υπόσκαψε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποσκάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποσκάπτομαι |
| εσύ | υποσκάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκάπτεται |
| εμείς | υποσκαπτόμαστε |
| εσείς | υποσκάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκάπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποσκαπτόμουν |
| εσύ | υποσκαπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκαπτόταν |
| εμείς | υποσκαπτόμασταν |
| εσείς | υποσκαπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκάπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποσκάφηκα |
| εσύ | υποσκάφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκάφηκε |
| εμείς | υποσκαφήκαμε |
| εσείς | υποσκαφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκάφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποσκαφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποσκαφώ |
| εσύ | υποσκαφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποσκαφεί |
| εμείς | υποσκαφούμε |
| εσείς | υποσκαφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποσκαφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποσκάπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποσκάψου |
| εσείς | υποσκαφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποσκαφεί |