HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υπολογίζω — definition

Conjugation of υπολογίζω

Regular CEFR C2
ipoloˈʝizo

παίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπολογίζω
εσύ υπολογίζεις
αυτός / αυτή / αυτό υπολογίζει
εμείς υπολογίζουμε
εσείς υπολογίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογίζουν
Παρατατικός
εγώ υπολόγιζα
εσύ υπολόγιζες
αυτός / αυτή / αυτό υπολόγιζε
εμείς υπολογίζαμε
εσείς υπολογίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολόγιζαν
Αόριστος
εγώ υπολόγισα
εσύ υπολόγισες
αυτός / αυτή / αυτό υπολόγισε
εμείς υπολογίσαμε
εσείς υπολογίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολόγισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπολογίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπολογίσω
εσύ υπολογίσεις
αυτός / αυτή / αυτό υπολογίσει
εμείς υπολογίσουμε
εσείς υπολογίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ υπολόγιζε
εσείς υπολογίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπολόγισε
εσείς υπολογίστε
Απαρέμφατο αορίστου
υπολογίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπολογίζομαι
εσύ υπολογίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό υπολογίζεται
εμείς υπολογιζόμαστε
εσείς υπολογίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογίζονται
Παρατατικός
εγώ υπολογιζόμουν
εσύ υπολογιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό υπολογιζόταν
εμείς υπολογιζόμασταν
εσείς υπολογιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογίζονταν
Αόριστος
εγώ υπολογίστηκα
εσύ υπολογίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό υπολογίστηκε
εμείς υπολογιστήκαμε
εσείς υπολογιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπολογιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπολογιστώ
εσύ υπολογιστείς
αυτός / αυτή / αυτό υπολογιστεί
εμείς υπολογιστούμε
εσείς υπολογιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υπολογιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υπολογίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπολογίσου
εσείς υπολογιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
υπολογιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary