Conjugation of υπολογίζω
ipoloˈʝizoπαίρνω υπόψη μου κάτι ή κάποιον πριν ενεργήσω, δείχνω σεβασμό στις επιπτώσεις που ίσως έχει πάνω σε άλλους μια ενέργειά μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπολογίζω |
| εσύ | υπολογίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογίζει |
| εμείς | υπολογίζουμε |
| εσείς | υπολογίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπολόγιζα |
| εσύ | υπολόγιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολόγιζε |
| εμείς | υπολογίζαμε |
| εσείς | υπολογίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολόγιζαν |
Αόριστος
| εγώ | υπολόγισα |
| εσύ | υπολόγισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολόγισε |
| εμείς | υπολογίσαμε |
| εσείς | υπολογίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολόγισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπολογίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπολογίσω |
| εσύ | υπολογίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογίσει |
| εμείς | υπολογίσουμε |
| εσείς | υπολογίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπολόγιζε |
| εσείς | υπολογίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπολόγισε |
| εσείς | υπολογίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπολογίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπολογίζομαι |
| εσύ | υπολογίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογίζεται |
| εμείς | υπολογιζόμαστε |
| εσείς | υπολογίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | υπολογιζόμουν |
| εσύ | υπολογιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογιζόταν |
| εμείς | υπολογιζόμασταν |
| εσείς | υπολογιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | υπολογίστηκα |
| εσύ | υπολογίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογίστηκε |
| εμείς | υπολογιστήκαμε |
| εσείς | υπολογιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπολογιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπολογιστώ |
| εσύ | υπολογιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπολογιστεί |
| εμείς | υπολογιστούμε |
| εσείς | υπολογιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπολογιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υπολογίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπολογίσου |
| εσείς | υπολογιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπολογιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.