HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υποκύπτω — definition

Conjugation of υποκύπτω

Regular CEFR B2
i.poˈci.pto

υποχωρώ σε (κάποιον/κάτι), ενδίδω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υποκύπτω
εσύ υποκύπτεις
αυτός / αυτή / αυτό υποκύπτει
εμείς υποκύπτουμε
εσείς υποκύπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποκύπτουν
Παρατατικός
εγώ υπέκυπτα
εσύ υπέκυπτες
αυτός / αυτή / αυτό υπέκυπτε
εμείς υποκύπταμε
εσείς υποκύπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπέκυπταν
Αόριστος
εγώ υπέκυψα
εσύ υπέκυψες
αυτός / αυτή / αυτό υπέκυψε
εμείς υποκύψαμε
εσείς υποκύψατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπέκυψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υποκύψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υποκύψω
εσύ υποκύψεις
αυτός / αυτή / αυτό υποκύψει
εμείς υποκύψουμε
εσείς υποκύψετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποκύψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υποκύπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπόκυψε
εσείς υποκύψτε
Απαρέμφατο αορίστου
υποκύψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary