Conjugation of υποκρύπτω
i.poˈkɾi.ptoδεν φανερώνω κάτι σκόπιμα, το κρατώ κρυφό, το αποσιωπώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποκρύπτω |
| εσύ | υποκρύπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκρύπτει |
| εμείς | υποκρύπτουμε |
| εσείς | υποκρύπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκρύπτουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | υπέκρυπτα |
| εσύ | υπέκρυπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέκρυπτε |
| εμείς | υποκρύπταμε |
| εσείς | υποκρύπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέκρυπταν |
Αόριστος
| εγώ | υπέκρυψα |
| εσύ | υπέκρυψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέκρυψε |
| εμείς | υποκρύψαμε |
| εσείς | υποκρύψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέκρυψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποκρύψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποκρύψω |
| εσύ | υποκρύψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκρύψει |
| εμείς | υποκρύψουμε |
| εσείς | υποκρύψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκρύψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποκρύπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπόκρυψε |
| εσείς | υποκρύψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποκρύψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποκρύπτομαι |
| εσύ | υποκρύπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκρύπτεται |
| εμείς | υποκρυπτόμαστε |
| εσείς | υποκρύπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκρύπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποκρυπτόμουν[α] |
| εσύ | υποκρυπτόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκρυπτόταν[ε] |
| εμείς | υποκρυπτόμασταν |
| εσείς | υποκρυπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκρύπτονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποκρύπτεστε |