Conjugation of υποκλέπτω
i.poˈkle.ptoκλέβω, υφαρπάζω ή αποσπώ κάτι από κάποιον με δόλιο τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποκλέπτω |
| εσύ | υποκλέπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλέπτει |
| εμείς | υποκλέπτουμε |
| εσείς | υποκλέπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλέπτουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπέκλεπτα |
| εσύ | υπέκλεπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέκλεπτε |
| εμείς | υποκλέπταμε |
| εσείς | υποκλέπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέκλεπταν |
Αόριστος
| εγώ | υπέκλεψα |
| εσύ | υπέκλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέκλεψε |
| εμείς | υποκλέψαμε |
| εσείς | υποκλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέκλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποκλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποκλέψω |
| εσύ | υποκλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλέψει |
| εμείς | υποκλέψουμε |
| εσείς | υποκλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπόκλεπτε |
| εσείς | υποκλέπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπόκλεψε |
| εσείς | υποκλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποκλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποκλέπτομαι |
| εσύ | υποκλέπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλέπτεται |
| εμείς | υποκλεπτόμαστε |
| εσείς | υποκλέπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλέπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποκλεπτόμουν |
| εσύ | υποκλεπτόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλεπτόταν |
| εμείς | υποκλεπτόμασταν |
| εσείς | υποκλεπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλέπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποκλάπηκα |
| εσύ | υποκλάπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλάπηκε |
| εμείς | υποκλαπήκαμε |
| εσείς | υποκλαπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλάπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποκλαπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποκλαπώ |
| εσύ | υποκλαπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποκλαπεί |
| εμείς | υποκλαπούμε |
| εσείς | υποκλαπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποκλαπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποκλέπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποκλέψου |
| εσείς | υποκλαπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποκλαπεί |