Conjugation of υποθηκεύω
i.po.θiˈce.voβάζω υποθήκη (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποθηκεύω |
| εσύ | υποθηκεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκεύει |
| εμείς | υποθηκεύουμε |
| εσείς | υποθηκεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | υποθήκευα |
| εσύ | υποθήκευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθήκευε |
| εμείς | υποθηκεύαμε |
| εσείς | υποθηκεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθήκευαν |
Αόριστος
| εγώ | υποθήκευσα |
| εσύ | υποθήκευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθήκευσε |
| εμείς | υποθηκεύσαμε |
| εσείς | υποθηκεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθήκευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποθηκεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποθηκεύσω |
| εσύ | υποθηκεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκεύσει |
| εμείς | υποθηκεύσουμε |
| εσείς | υποθηκεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υποθήκευε |
| εσείς | υποθηκεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποθήκευσε |
| εσείς | υποθηκεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποθηκεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποθηκεύομαι |
| εσύ | υποθηκεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκεύεται |
| εμείς | υποθηκευόμαστε |
| εσείς | υποθηκεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποθηκευόμουν |
| εσύ | υποθηκευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκευόταν |
| εμείς | υποθηκευόμασταν |
| εσείς | υποθηκευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποθηκεύτηκα |
| εσύ | υποθηκεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκεύτηκε |
| εμείς | υποθηκευτήκαμε |
| εσείς | υποθηκευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποθηκευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποθηκευτώ |
| εσύ | υποθηκευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθηκευτεί |
| εμείς | υποθηκευτούμε |
| εσείς | υποθηκευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθηκευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποθηκεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποθηκεύσου |
| εσείς | υποθηκευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποθηκευτεί |