Conjugation of υποθάλπω
i.poˈθal.poκρύβω και προστατεύω κάποιον ή κάτι, το οποίο είναι ή θεωρείται κακό, συνήθως παρά τις επιταγές των νόμων Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποθάλπω |
| εσύ | υποθάλπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθάλπει |
| εμείς | υποθάλπουμε |
| εσείς | υποθάλπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθάλπουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | υπέθαλπα |
| εσύ | υπέθαλπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέθαλπε |
| εμείς | υποθάλπαμε |
| εσείς | υποθάλπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέθαλπαν |
Αόριστος
| εγώ | υπέθαλψα |
| εσύ | υπέθαλψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέθαλψε |
| εμείς | υποθάλψαμε |
| εσείς | υποθάλψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέθαλψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποθάλψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποθάλψω |
| εσύ | υποθάλψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθάλψει |
| εμείς | υποθάλψουμε |
| εσείς | υποθάλψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθάλψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποθάλπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπόθαλψε |
| εσείς | υποθάλψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποθάλψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποθάλπομαι |
| εσύ | υποθάλπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποθάλπεται |
| εμείς | υποθαλπόμαστε |
| εσείς | υποθάλπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθάλπονται |
Παρατατικός
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποθάλπονταν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποθάλπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποθάλψου |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.