Conjugation of υποδαυλίζω
i.po.daˈvli.zoπυροδοτώ έντεχνα πάθη και αναστάτωση, συχνά χωρίς να φαίνομαι, προβοκάρω, υποκινώ, επιδεινώνω μια κατάσταση προσθέτοντας ένταση, ξεσηκώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποδαυλίζω |
| εσύ | υποδαυλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλίζει |
| εμείς | υποδαυλίζουμε |
| εσείς | υποδαυλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | υποδαύλιζα |
| εσύ | υποδαύλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαύλιζε |
| εμείς | υποδαυλίζαμε |
| εσείς | υποδαυλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαύλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | υποδαύλισα |
| εσύ | υποδαύλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαύλισε |
| εμείς | υποδαυλίσαμε |
| εσείς | υποδαυλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαύλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποδαυλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποδαυλίσω |
| εσύ | υποδαυλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλίσει |
| εμείς | υποδαυλίσουμε |
| εσείς | υποδαυλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υποδαύλιζε |
| εσείς | υποδαυλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποδαύλισε |
| εσείς | υποδαυλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποδαυλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποδαυλίζομαι |
| εσύ | υποδαυλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλίζεται |
| εμείς | υποδαυλιζόμαστε |
| εσείς | υποδαυλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποδαυλιζόμουν |
| εσύ | υποδαυλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλιζόταν |
| εμείς | υποδαυλιζόμασταν |
| εσείς | υποδαυλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποδαυλίστηκα |
| εσύ | υποδαυλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλίστηκε |
| εμείς | υποδαυλιστήκαμε |
| εσείς | υποδαυλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποδαυλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποδαυλιστώ |
| εσύ | υποδαυλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποδαυλιστεί |
| εμείς | υποδαυλιστούμε |
| εσείς | υποδαυλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποδαυλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποδαυλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποδαυλίσου |
| εσείς | υποδαυλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποδαυλιστεί |