Conjugation of υπογράφω
i.poˈɣɾa.foγράφω ιδιοχείρως το όνομά μου κάτω από ένα έγγραφο ώστε να το καταστήσω έγκυρο και να δηλώσω ότι αναγνωρίζω την αλήθεια, την εγκυρότητα των αναγραφομένων ή την εκ μέρους μου γνώση και συμφωνία με αυτά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπογράφω |
| εσύ | υπογράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογράφει |
| εμείς | υπογράφουμε |
| εσείς | υπογράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπέγραφα |
| εσύ | υπέγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέγραφε |
| εμείς | υπογράφαμε |
| εσείς | υπογράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | υπέγραψα |
| εσύ | υπέγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπέγραψε |
| εμείς | υπογράψαμε |
| εσείς | υπογράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπέγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπογράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπογράψω |
| εσύ | υπογράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογράψει |
| εμείς | υπογράψουμε |
| εσείς | υπογράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπόγραφε |
| εσείς | υπογράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπόγραψε |
| εσείς | υπογράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπογράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπογράφομαι |
| εσύ | υπογράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογράφεται |
| εμείς | υπογραφόμαστε |
| εσείς | υπογράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | υπογραφόμουν |
| εσύ | υπογραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογραφόταν |
| εμείς | υπογραφόμασταν |
| εσείς | υπογραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | υπογράφηκα |
| εσύ | υπογράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογράφηκε |
| εμείς | υπογραφήκαμε |
| εσείς | υπογραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπογραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπογραφώ |
| εσύ | υπογραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπογραφεί |
| εμείς | υπογραφούμε |
| εσείς | υπογραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπογραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υπογράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπογράψου |
| εσείς | υπογραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπογραφεί |