HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υποβλέπω — definition

Conjugation of υποβλέπω

Regular CEFR B2
i.poˈvle.po

προσπαθώ φθονώντας και βλάπτοντας (ύπουλα) κάποιον να ιδιοποιηθώ (αθέμιτα) κάτι δικό του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υποβλέπω
εσύ υποβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό υποβλέπει
εμείς υποβλέπουμε
εσείς υποβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά υποβλέπουν
Παρατατικός
εγώ υπέβλεπα
εσύ υπέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό υπέβλεπε
εμείς υποβλέπαμε
εσείς υποβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπέβλεπαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα υποβλέπω
εσύ θα υποβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό θα υποβλέπει
εμείς θα υποβλέπουμε
εσείς θα υποβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα υποβλέπουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υποβλέπετε

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary