Conjugation of υποβαθμίζω
μειώνω τη σημασία ενός γεγονότος, συχνά για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποβαθμίζω |
| εσύ | υποβαθμίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμίζει |
| εμείς | υποβαθμίζουμε |
| εσείς | υποβαθμίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | υποβάθμιζα |
| εσύ | υποβάθμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβάθμιζε |
| εμείς | υποβαθμίζαμε |
| εσείς | υποβαθμίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβάθμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | υποβάθμισα |
| εσύ | υποβάθμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβάθμισε |
| εμείς | υποβαθμίσαμε |
| εσείς | υποβαθμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβάθμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποβαθμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποβαθμίσω |
| εσύ | υποβαθμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμίσει |
| εμείς | υποβαθμίσουμε |
| εσείς | υποβαθμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υποβάθμιζε |
| εσείς | υποβαθμίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποβάθμισε |
| εσείς | υποβαθμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποβαθμίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υποβαθμίζομαι |
| εσύ | υποβαθμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμίζεται |
| εμείς | υποβαθμιζόμαστε |
| εσείς | υποβαθμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | υποβαθμιζόμουν |
| εσύ | υποβαθμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμιζόταν |
| εμείς | υποβαθμιζόμασταν |
| εσείς | υποβαθμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | υποβαθμίστηκα |
| εσύ | υποβαθμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμίστηκε |
| εμείς | υποβαθμιστήκαμε |
| εσείς | υποβαθμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υποβαθμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υποβαθμιστώ |
| εσύ | υποβαθμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υποβαθμιστεί |
| εμείς | υποβαθμιστούμε |
| εσείς | υποβαθμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υποβαθμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υποβαθμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υποβαθμίσου |
| εσείς | υποβαθμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υποβαθμιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.