HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υπερασπίζω — definition

Conjugation of υπερασπίζω

Regular CEFR B2

άλλη μορφή του υπερασπίζομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπερασπίζω
εσύ υπερασπίζεις
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπίζει
εμείς υπερασπίζουμε
εσείς υπερασπίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπίζουν
Παρατατικός
εγώ υπεράσπιζα
εσύ υπεράσπιζες
αυτός / αυτή / αυτό υπεράσπιζε
εμείς υπερασπίζαμε
εσείς υπερασπίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπεράσπιζαν
Αόριστος
εγώ υπεράσπισα
εσύ υπεράσπισες
αυτός / αυτή / αυτό υπεράσπισε
εμείς υπερασπίσαμε
εσείς υπερασπίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπεράσπισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπερασπίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπερασπίσω
εσύ υπερασπίσεις
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπίσει
εμείς υπερασπίσουμε
εσείς υπερασπίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ υπεράσπιζε
εσείς υπερασπίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπεράσπισε
εσείς υπερασπίστε
Απαρέμφατο αορίστου
υπερασπίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπερασπίζομαι
εσύ υπερασπίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπίζεται
εμείς υπερασπιζόμαστε
εσείς υπερασπίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπίζονται
Παρατατικός
εγώ υπερασπιζόμουν
εσύ υπερασπιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπιζόταν
εμείς υπερασπιζόμασταν
εσείς υπερασπιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπίζονταν
Αόριστος
εγώ υπερασπίστηκα
εσύ υπερασπίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπίστηκε
εμείς υπερασπιστήκαμε
εσείς υπερασπιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπερασπιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπερασπιστώ
εσύ υπερασπιστείς
αυτός / αυτή / αυτό υπερασπιστεί
εμείς υπερασπιστούμε
εσείς υπερασπιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υπερασπιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υπερασπίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υπερασπίσου
εσείς υπερασπιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
υπερασπιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary