Conjugation of υπαγορεύω
i.pa.ɣoˈɾe.voεκφωνώ ένα κείμενο με αργό ρυθμό ώστε να μπορέσει κάποιος να το γράψει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπαγορεύω |
| εσύ | υπαγορεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορεύει |
| εμείς | υπαγορεύουμε |
| εσείς | υπαγορεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | υπαγόρευα |
| εσύ | υπαγόρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγόρευε |
| εμείς | υπαγορεύαμε |
| εσείς | υπαγορεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγόρευαν |
Αόριστος
| εγώ | υπαγόρευσα |
| εσύ | υπαγόρευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγόρευσε |
| εμείς | υπαγορεύσαμε |
| εσείς | υπαγορεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγόρευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπαγορεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπαγορεύσω |
| εσύ | υπαγορεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορεύσει |
| εμείς | υπαγορεύσουμε |
| εσείς | υπαγορεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | υπαγόρευε |
| εσείς | υπαγορεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπαγόρευσε |
| εσείς | υπαγορεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπαγορεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | υπαγορεύομαι |
| εσύ | υπαγορεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορεύεται |
| εμείς | υπαγορευόμαστε |
| εσείς | υπαγορεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | υπαγορευόμουν |
| εσύ | υπαγορευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορευόταν |
| εμείς | υπαγορευόμασταν |
| εσείς | υπαγορευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | υπαγορεύθηκα |
| εσύ | υπαγορεύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορεύθηκε |
| εμείς | υπαγορευθήκαμε |
| εσείς | υπαγορευθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορεύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα υπαγορευθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | υπαγορευθώ |
| εσύ | υπαγορευθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | υπαγορευθεί |
| εμείς | υπαγορευθούμε |
| εσείς | υπαγορευθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | υπαγορευθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | υπαγορεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | υπαγορεύσου |
| εσείς | υπαγορευθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | υπαγορευθεί |