HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υπάρχω — definition

Conjugation of υπάρχω

Regular CEFR C2
iˈpar.xo

έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υπάρχω
εσύ υπάρχεις
αυτός / αυτή / αυτό υπάρχει
εμείς υπάρχουμε
εσείς υπάρχετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπάρχουν
Παρατατικός
εγώ υπήρχα
εσύ υπήρχες
αυτός / αυτή / αυτό υπήρχε
εμείς υπάρχαμε
εσείς υπάρχατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπήρχαν
Αόριστος
εγώ υπήρξα
εσύ υπήρξες
αυτός / αυτή / αυτό υπήρξε
εμείς υπάρξαμε
εσείς υπάρξατε
αυτοί / αυτές / αυτά υπήρξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υπάρξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υπάρξω
εσύ υπάρξεις
αυτός / αυτή / αυτό υπάρξει
εμείς υπάρξουμε
εσείς υπάρξετε
αυτοί / αυτές / αυτά υπάρξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υπάρχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς υπάρξτε
Απαρέμφατο αορίστου
υπάρξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary