HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← υμνώ — definition

Conjugation of υμνώ

Regular CEFR B1
iˈmno

μιλάω επαινετικά για κάποιον ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υμνώ
εσύ υμνείς
αυτός / αυτή / αυτό υμνεί
εμείς υμνούμε
εσείς υμνείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνούν
Παρατατικός
εγώ υμνούσα
εσύ υμνούσες
αυτός / αυτή / αυτό υμνούσε
εμείς υμνούσαμε
εσείς υμνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνούσαν
Αόριστος
εγώ ύμνησα
εσύ ύμνησες
αυτός / αυτή / αυτό ύμνησε
εμείς υμνήσαμε
εσείς υμνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ύμνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υμνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υμνήσω
εσύ υμνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό υμνήσει
εμείς υμνήσουμε
εσείς υμνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υμνείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ύμνησε
εσείς υμνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
υμνήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ υμνούμαι
εσύ υμνείσαι
αυτός / αυτή / αυτό υμνείται
εμείς υμνούμαστε
εσείς υμνείστε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό υμνούνταν
εμείς υμνούμασταν
εσείς [υμνούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά υμνούνταν
Αόριστος
εγώ υμνήθηκα
εσύ υμνήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό υμνήθηκε
εμείς υμνηθήκαμε
εσείς υμνηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα υμνηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ υμνηθώ
εσύ υμνηθείς
αυτός / αυτή / αυτό υμνηθεί
εμείς υμνηθούμε
εσείς υμνηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά υμνηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς υμνείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ υμνήσου
εσείς υμνηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
υμνηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary