HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τυφλώνω — definition

Conjugation of τυφλώνω

Regular CEFR B1
tiˈflo.no

εμποδίζω την ορθή κριτική σκέψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυφλώνω
εσύ τυφλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό τυφλώνει
εμείς τυφλώνουμε
εσείς τυφλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλώνουν
Παρατατικός
εγώ τύφλωνα
εσύ τύφλωνες
αυτός / αυτή / αυτό τύφλωνε
εμείς τυφλώναμε
εσείς τυφλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά τύφλωναν
Αόριστος
εγώ τύφλωσα
εσύ τύφλωσες
αυτός / αυτή / αυτό τύφλωσε
εμείς τυφλώσαμε
εσείς τυφλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τύφλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυφλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυφλώσω
εσύ τυφλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό τυφλώσει
εμείς τυφλώσουμε
εσείς τυφλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τύφλωνε
εσείς τυφλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τύφλωσε
εσείς τυφλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
τυφλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυφλώνομαι
εσύ τυφλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τυφλώνεται
εμείς τυφλωνόμαστε
εσείς τυφλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλώνονται
Παρατατικός
εγώ τυφλωνόμουν
εσύ τυφλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τυφλωνόταν
εμείς τυφλωνόμασταν
εσείς τυφλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλώνονταν
Αόριστος
εγώ τυφλώθηκα
εσύ τυφλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τυφλώθηκε
εμείς τυφλωθήκαμε
εσείς τυφλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυφλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυφλωθώ
εσύ τυφλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό τυφλωθεί
εμείς τυφλωθούμε
εσείς τυφλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τυφλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τυφλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τυφλώσου
εσείς τυφλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τυφλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary