HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τυραννάω — definition

Conjugation of τυραννάω

Regular CEFR B2
ti.ɾaˈna.o

to tyrannise (UK), tyrannize (US) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυραννάω - τυραννώ (→ τυραγνάω, τυραννίζω)
εσύ τυραννάς - τυραννείς
αυτός / αυτή / αυτό τυραννάει
εμείς τυραννάμε
εσείς τυραννάτε - τυραννείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννάνε
Παρατατικός
εγώ τυραννούσα
εσύ τυραννούσες
αυτός / αυτή / αυτό τυραννούσε
εμείς τυραννούσαμε
εσείς τυραννούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννούσαν
Αόριστος
εγώ τυράννησα
εσύ τυράννησες
αυτός / αυτή / αυτό τυράννησε
εμείς τυραννήσαμε
εσείς τυραννήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τυράννησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυραννήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυραννήσω
εσύ τυραννήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τυραννήσει
εμείς τυραννήσουμε
εσείς τυραννήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τυράνναγε
εσείς τυραννάτε - τυραννείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τυράννησε
εσείς τυραννήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τυραννήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τυραννιέμαι - τυραννούμαι
εσύ τυραννιέσαι - τυραννείσαι
αυτός / αυτή / αυτό τυραννιέται - τυραννείται
εμείς τυραννιόμαστε - τυραννούμαστε
εσείς τυραννιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννιούνται
Παρατατικός
εγώ τυραννιόμουν - [τυραννούμουν]¹
εσύ τυραννιόσουν - [τυραννούσουν]
αυτός / αυτή / αυτό τυραννιόταν - τυραννούνταν
εμείς τυραννιόμασταν
εσείς τυραννιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννιόνταν
Αόριστος
εγώ τυραννήθηκα
εσύ τυραννήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τυραννήθηκε
εμείς τυραννηθήκαμε
εσείς τυραννηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τυραννηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τυραννηθώ
εσύ τυραννηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τυραννηθεί
εμείς τυραννηθούμε
εσείς τυραννηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τυραννηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τυραννιέστε - τυραννείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τυραννήσου
εσείς τυραννηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τυραννηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary