HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσούζω — definition

Conjugation of τσούζω

Regular CEFR B1
ˈt͡su.zo

λέω ή κάνω κάτι που προκαλεί συναισθηματικό πόνο σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσούζω
εσύ τσούζεις
αυτός / αυτή / αυτό τσούζει
εμείς τσούζουμε
εσείς τσούζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσούζουν
Παρατατικός
εγώ έτσουζα
εσύ έτσουζες
αυτός / αυτή / αυτό έτσουζε
εμείς τσούζαμε
εσείς τσούζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτσουζαν
Αόριστος
εγώ έτσουξα
εσύ έτσουξες
αυτός / αυτή / αυτό έτσουξε
εμείς τσούξαμε
εσείς τσούξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτσουξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσούξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσούξω
εσύ τσούξεις
αυτός / αυτή / αυτό τσούξει
εμείς τσούξουμε
εσείς τσούξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσούξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ έτσουζε
εσείς τσούζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ έτσουξε
εσείς τσούξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσούξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary