HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσουγκρίζω — definition

Conjugation of τσουγκρίζω

Regular CEFR B2
t͡suˈɡɾi.zo

χτυπώ ένα αντικείμενο με κάποιο άλλο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσουγκρίζω
εσύ τσουγκρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκρίζει
εμείς τσουγκρίζουμε
εσείς τσουγκρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκρίζουν
Παρατατικός
εγώ τσούγκριζα
εσύ τσούγκριζες
αυτός / αυτή / αυτό τσούγκριζε
εμείς τσουγκρίζαμε
εσείς τσουγκρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσούγκριζαν
Αόριστος
εγώ τσούγκρισα
εσύ τσούγκρισες
αυτός / αυτή / αυτό τσούγκρισε
εμείς τσουγκρίσαμε
εσείς τσουγκρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσούγκρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσουγκρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσουγκρίσω
εσύ τσουγκρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκρίσει
εμείς τσουγκρίσουμε
εσείς τσουγκρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσούγκριζε
εσείς τσουγκρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσούγκρισε
εσείς τσουγκρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τσουγκρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσουγκρίζομαι
εσύ τσουγκρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκρίζεται
εμείς τσουγκριζόμαστε
εσείς τσουγκρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκρίζονται
Παρατατικός
εγώ τσουγκριζόμουν
εσύ τσουγκριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκριζόταν
εμείς τσουγκριζόμασταν
εσείς τσουγκριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκρίζονταν
Αόριστος
εγώ τσουγκρίστηκα
εσύ τσουγκρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκρίστηκε
εμείς τσουγκριστήκαμε
εσείς τσουγκριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσουγκριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσουγκριστώ
εσύ τσουγκριστείς
αυτός / αυτή / αυτό τσουγκριστεί
εμείς τσουγκριστούμε
εσείς τσουγκριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσουγκριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τσουγκρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσουγκρίσου
εσείς τσουγκριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσουγκριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary