HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσεκάρω — definition

Conjugation of τσεκάρω

Regular CEFR C1
tseˈka.ɾo

ελέγχω, εξελέγχω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσεκάρω
εσύ τσεκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό τσεκάρει
εμείς τσεκάρουμε
εσείς τσεκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκάρουν
Παρατατικός
εγώ τσέκαρα
εσύ τσέκαρες
αυτός / αυτή / αυτό τσέκαρε
εμείς τσεκάραμε
εσείς τσεκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσέκαραν
Αόριστος
εγώ τσέκαρα
εσύ τσέκαρες
αυτός / αυτή / αυτό τσέκαρε
εμείς τσεκάραμε
εσείς τσεκάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσέκαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσεκάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσεκάρω
εσύ τσεκάρεις
αυτός / αυτή / αυτό τσεκάρει
εμείς τσεκάρουμε
εσείς τσεκάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσέκαρε
εσείς τσεκάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσέκαρε
εσείς τσεκάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
τσεκάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσεκάρομαι
εσύ τσεκάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τσεκάρεται
εμείς τσεκαριζόμαστε
εσείς τσεκάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκάρονται
Παρατατικός
εγώ τσεκαριζόμουν
εσύ τσεκαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τσεκαριζόταν
εμείς τσεκαριζόμασταν
εσείς τσεκαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκάρονταν
Αόριστος
εγώ τσεκαρίστηκα
εσύ τσεκαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τσεκαρίστηκε
εμείς τσεκαριστήκαμε
εσείς τσεκαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσεκαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσεκαριστώ
εσύ τσεκαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό τσεκαριστεί
εμείς τσεκαριστούμε
εσείς τσεκαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσεκαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τσεκάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς τσεκαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τσεκαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary