Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τσαντίζω (τσατίζω →) |
| εσύ | τσαντίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντίζει |
| εμείς | τσαντίζουμε |
| εσείς | τσαντίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τσάντιζα |
| εσύ | τσάντιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσάντιζε |
| εμείς | τσαντίζαμε |
| εσείς | τσαντίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσάντιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τσάντισα |
| εσύ | τσάντισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσάντισε |
| εμείς | τσαντίσαμε |
| εσείς | τσαντίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσάντισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τσαντίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τσαντίσω |
| εσύ | τσαντίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντίσει |
| εμείς | τσαντίσουμε |
| εσείς | τσαντίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τσάντιζε |
| εσείς | τσαντίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τσάντισε |
| εσείς | τσαντίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τσαντίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τσαντίζομαι |
| εσύ | τσαντίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντίζεται |
| εμείς | τσαντιζόμαστε |
| εσείς | τσαντίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | τσαντιζόμουν |
| εσύ | τσαντιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντιζόταν |
| εμείς | τσαντιζόμασταν |
| εσείς | τσαντιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | τσαντίστηκα |
| εσύ | τσαντίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντίστηκε |
| εμείς | τσαντιστήκαμε |
| εσείς | τσαντιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τσαντιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τσαντιστώ |
| εσύ | τσαντιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τσαντιστεί |
| εμείς | τσαντιστούμε |
| εσείς | τσαντιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τσαντιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τσαντίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τσαντίσου |
| εσείς | τσαντιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τσαντιστεί |