HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τσαμπουνάω — definition

Conjugation of τσαμπουνάω

Regular CEFR B2
t͡sa.buˈna.o

μιλάω ανόητα και ακατάπαυστα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τσαμπουνάω
εσύ τσαμπουνάς
αυτός / αυτή / αυτό τσαμπουνάει
εμείς τσαμπουνάμε
εσείς τσαμπουνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά τσαμπουνάνε
Παρατατικός
εγώ τσαμπουνούσα
εσύ τσαμπουνούσες
αυτός / αυτή / αυτό τσαμπουνούσε
εμείς τσαμπουνούσαμε
εσείς τσαμπουνούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσαμπουνούσαν
Αόριστος
εγώ τσαμπούνησα
εσύ τσαμπούνησες
αυτός / αυτή / αυτό τσαμπούνησε
εμείς τσαμπουνήσαμε
εσείς τσαμπουνήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τσαμπούνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τσαμπουνήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τσαμπουνήσω
εσύ τσαμπουνήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τσαμπουνήσει
εμείς τσαμπουνήσουμε
εσείς τσαμπουνήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τσαμπουνήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τσαμπούνα
εσείς τσαμπουνάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τσαμπούνησε
εσείς τσαμπουνήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τσαμπουνήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary