HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρυπάω — definition

Conjugation of τρυπάω

Regular CEFR B1
tɾiˈpa.o

άλλη μορφή του τρυπώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρυπάω
εσύ τρυπάς
αυτός / αυτή / αυτό τρυπάει
εμείς τρυπάμε
εσείς τρυπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπάνε
Παρατατικός
εγώ τρυπούσα
εσύ τρυπούσες
αυτός / αυτή / αυτό τρυπούσε
εμείς τρυπούσαμε
εσείς τρυπούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπούσαν
Αόριστος
εγώ τρύπησα
εσύ τρύπησες
αυτός / αυτή / αυτό τρύπησε
εμείς τρυπήσαμε
εσείς τρυπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρύπησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρυπήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρυπήσω
εσύ τρυπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τρυπήσει
εμείς τρυπήσουμε
εσείς τρυπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρύπα
εσείς τρυπάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρύπησε
εσείς τρυπήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τρυπήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρυπιέμαι
εσύ τρυπιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρυπιέται
εμείς τρυπιόμαστε
εσείς τρυπιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπιούνται
Παρατατικός
εγώ τρυπιόμουν
εσύ τρυπιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρυπιόταν
εμείς τρυπιόμασταν
εσείς τρυπιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπιόνταν
Αόριστος
εγώ τρυπήθηκα
εσύ τρυπήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τρυπήθηκε
εμείς τρυπηθήκαμε
εσείς τρυπηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρυπηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρυπηθώ
εσύ τρυπηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τρυπηθεί
εμείς τρυπηθούμε
εσείς τρυπηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τρυπηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρυπιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρυπήσου
εσείς τρυπηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρυπηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary