Conjugation of τροφοδοτώ
tɾo.fo.ðoˈtoπαρέχω τα απαραίτητα για τη λειτουργία ενός συστήματος, ενός μηχανήματος κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τροφοδοτώ |
| εσύ | τροφοδοτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτεί |
| εμείς | τροφοδοτούμε |
| εσείς | τροφοδοτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτούν |
Παρατατικός
| εγώ | τροφοδοτούσα |
| εσύ | τροφοδοτούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτούσε |
| εμείς | τροφοδοτούσαμε |
| εσείς | τροφοδοτούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτούσαν |
Αόριστος
| εγώ | τροφοδότησα |
| εσύ | τροφοδότησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδότησε |
| εμείς | τροφοδοτήσαμε |
| εσείς | τροφοδοτήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδότησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τροφοδοτήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τροφοδοτήσω |
| εσύ | τροφοδοτήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτήσει |
| εμείς | τροφοδοτήσουμε |
| εσείς | τροφοδοτήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τροφοδοτείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τροφοδότησε |
| εσείς | τροφοδοτήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τροφοδοτήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τροφοδοτούμαι |
| εσύ | τροφοδοτείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτείται |
| εμείς | τροφοδοτούμαστε |
| εσείς | τροφοδοτείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτούνταν |
| εμείς | τροφοδοτούμασταν |
| εσείς | [τροφοδοτούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτούνταν |
Αόριστος
| εγώ | τροφοδοτήθηκα |
| εσύ | τροφοδοτήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτήθηκε |
| εμείς | τροφοδοτηθήκαμε |
| εσείς | τροφοδοτηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τροφοδοτηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τροφοδοτηθώ |
| εσύ | τροφοδοτηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τροφοδοτηθεί |
| εμείς | τροφοδοτηθούμε |
| εσείς | τροφοδοτηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τροφοδοτηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τροφοδοτείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τροφοδοτήσου |
| εσείς | τροφοδοτηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τροφοδοτηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.