HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τροφοδοτώ — definition

Conjugation of τροφοδοτώ

Regular CEFR B2
tɾo.fo.ðoˈto

παρέχω τα απαραίτητα για τη λειτουργία ενός συστήματος, ενός μηχανήματος κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τροφοδοτώ
εσύ τροφοδοτείς
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτεί
εμείς τροφοδοτούμε
εσείς τροφοδοτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτούν
Παρατατικός
εγώ τροφοδοτούσα
εσύ τροφοδοτούσες
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτούσε
εμείς τροφοδοτούσαμε
εσείς τροφοδοτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτούσαν
Αόριστος
εγώ τροφοδότησα
εσύ τροφοδότησες
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδότησε
εμείς τροφοδοτήσαμε
εσείς τροφοδοτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδότησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τροφοδοτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τροφοδοτήσω
εσύ τροφοδοτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτήσει
εμείς τροφοδοτήσουμε
εσείς τροφοδοτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τροφοδοτείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τροφοδότησε
εσείς τροφοδοτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τροφοδοτήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τροφοδοτούμαι
εσύ τροφοδοτείσαι
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτείται
εμείς τροφοδοτούμαστε
εσείς τροφοδοτείστε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτούνταν
εμείς τροφοδοτούμασταν
εσείς [τροφοδοτούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτούνταν
Αόριστος
εγώ τροφοδοτήθηκα
εσύ τροφοδοτήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτήθηκε
εμείς τροφοδοτηθήκαμε
εσείς τροφοδοτηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τροφοδοτηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τροφοδοτηθώ
εσύ τροφοδοτηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τροφοδοτηθεί
εμείς τροφοδοτηθούμε
εσείς τροφοδοτηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τροφοδοτηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τροφοδοτείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τροφοδοτήσου
εσείς τροφοδοτηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τροφοδοτηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary