HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρομάζω — definition

Conjugation of τρομάζω

Regular CEFR C2
troˈma.zo

δυσκολεύομαι, κάνω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρομάζω
εσύ τρομάζεις
αυτός / αυτή / αυτό τρομάζει
εμείς τρομάζουμε
εσείς τρομάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρομάζουν
Παρατατικός
εγώ τρόμαζα
εσύ τρόμαζες
αυτός / αυτή / αυτό τρόμαζε
εμείς τρομάζαμε
εσείς τρομάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρόμαζαν
Αόριστος
εγώ τρόμαξα
εσύ τρόμαξες
αυτός / αυτή / αυτό τρόμαξε
εμείς τρομάξαμε
εσείς τρομάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρόμαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρομάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρομάξω
εσύ τρομάξεις
αυτός / αυτή / αυτό τρομάξει
εμείς τρομάξουμε
εσείς τρομάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρομάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρόμαζε
εσείς τρομάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρόμαξε
εσείς τρομάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρομάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary