HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρελαίνω — definition

Conjugation of τρελαίνω

Regular CEFR B2
[tɾeˈleno]

(σε σχήμα υπερβολής, στο γ' πρόσωπο μου αρέσει κάτι πάρα πολύ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρελαίνω
εσύ τρελαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό τρελαίνει
εμείς τρελαίνουμε
εσείς τρελαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρελαίνουν
Παρατατικός
εγώ τρέλαινα
εσύ τρέλαινες
αυτός / αυτή / αυτό τρέλαινε
εμείς τρελαίναμε
εσείς τρελαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέλαιναν
Αόριστος
εγώ τρέλανα
εσύ τρέλανες
αυτός / αυτή / αυτό τρέλανε
εμείς τρελάναμε
εσείς τρελάνατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέλαναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρελάνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρελάνω
εσύ τρελάνεις
αυτός / αυτή / αυτό τρελάνει
εμείς τρελάνουμε
εσείς τρελάνετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρελάνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τρέλαινε
εσείς τρελαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρέλανε
εσείς τρελάνετε
Απαρέμφατο αορίστου
τρελάνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρελαίνομαι
εσύ τρελαίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρελαίνεται
εμείς τρελαινόμαστε
εσείς τρελαίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρελαίνονται
Παρατατικός
εγώ τρελαινόμουν
εσύ τρελαινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρελαινόταν
εμείς τρελαινόμασταν
εσείς τρελαινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρελαίνονταν
Αόριστος
εγώ τρελάθηκα
εσύ τρελάθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τρελάθηκε
εμείς τρελαθήκαμε
εσείς τρελαθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρελάθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρελαθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρελαθώ
εσύ τρελαθείς
αυτός / αυτή / αυτό τρελαθεί
εμείς τρελαθούμε
εσείς τρελαθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τρελαθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρελαίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς τρελαθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρελαθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary