HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τραυματίζω — definition

Conjugation of τραυματίζω

Regular CEFR B2

προκαλώ τραυματισμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τραυματίζω
εσύ τραυματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τραυματίζει
εμείς τραυματίζουμε
εσείς τραυματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματίζουν
Παρατατικός
εγώ τραυμάτιζα
εσύ τραυμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό τραυμάτιζε
εμείς τραυματίζαμε
εσείς τραυματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυμάτιζαν
Αόριστος
εγώ τραυμάτισα
εσύ τραυμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό τραυμάτισε
εμείς τραυματίσαμε
εσείς τραυματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυμάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραυματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραυματίσω
εσύ τραυματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τραυματίσει
εμείς τραυματίσουμε
εσείς τραυματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τραυμάτιζε
εσείς τραυματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τραυμάτισε
εσείς τραυματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τραυματίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τραυματίζομαι
εσύ τραυματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τραυματίζεται
εμείς τραυματιζόμαστε
εσείς τραυματίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματίζονται
Παρατατικός
εγώ τραυματιζόμουν
εσύ τραυματιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τραυματιζόταν
εμείς τραυματιζόμασταν
εσείς τραυματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματίζονταν
Αόριστος
εγώ τραυματίστηκα
εσύ τραυματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τραυματίστηκε
εμείς τραυματιστήκαμε
εσείς τραυματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραυματιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραυματιστώ
εσύ τραυματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τραυματιστεί
εμείς τραυματιστούμε
εσείς τραυματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τραυματιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τραυματίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τραυματίσου
εσείς τραυματιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τραυματιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary