HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρακάρω — definition

Conjugation of τρακάρω

Regular CEFR B1
tɾaˈka.ɾo

πετυχαίνω, συναντώ κάποιον τυχαία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρακάρω
εσύ τρακάρεις
αυτός / αυτή / αυτό τρακάρει
εμείς τρακάρουμε
εσείς τρακάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρακάρουν
Παρατατικός
εγώ τράκαρα
εσύ τράκαρες
αυτός / αυτή / αυτό τράκαρε
εμείς τρακάραμε
εσείς τρακάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά τράκαραν
Αόριστος
εγώ τράκαρα
εσύ τράκαρες
αυτός / αυτή / αυτό τράκαρε
εμείς τρακάραμε
εσείς τρακάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά τράκαραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρακάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρακάρω
εσύ τρακάρεις
αυτός / αυτή / αυτό τρακάρει
εμείς τρακάρουμε
εσείς τρακάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρακάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τράκαρε
εσείς τρακάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τράκαρε
εσείς τρακάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
τρακάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρακάρομαι
εσύ τρακάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τρακάρεται
εμείς τρακαριζόμαστε
εσείς τρακάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τρακάρονται
Παρατατικός
εγώ τρακαριζόμουν
εσύ τρακαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τρακαριζόταν
εμείς τρακαριζόμασταν
εσείς τρακαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τρακάρονταν
Αόριστος
εγώ τρακαρίστηκα
εσύ τρακαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τρακαρίστηκε
εμείς τρακαριστήκαμε
εσείς τρακαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τρακαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τρακαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τρακαριστώ
εσύ τρακαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό τρακαριστεί
εμείς τρακαριστούμε
εσείς τρακαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τρακαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρακάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τρακαρίσου
εσείς τρακαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τρακαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary