HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τραβάω — definition

Conjugation of τραβάω

Regular CEFR C2
tɾaˈva.o

προσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τραβάω
εσύ τραβάς
αυτός / αυτή / αυτό τραβάει
εμείς τραβάμε
εσείς τραβάτε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβάνε
Παρατατικός
εγώ τραβούσα
εσύ τραβούσες
αυτός / αυτή / αυτό τραβούσε
εμείς τραβούσαμε
εσείς τραβούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβούσαν
Αόριστος
εγώ τράβηξα
εσύ τράβηξες
αυτός / αυτή / αυτό τράβηξε
εμείς τραβήξαμε
εσείς τραβήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά τράβηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραβήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραβήξω
εσύ τραβήξεις
αυτός / αυτή / αυτό τραβήξει
εμείς τραβήξουμε
εσείς τραβήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τράβα
εσείς τραβάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τράβηξε
εσείς τραβήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
τραβήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τραβιέμαι
εσύ τραβιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό τραβιέται
εμείς τραβιόμαστε
εσείς τραβιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβιούνται
Παρατατικός
εγώ τραβιόμουν
εσύ τραβιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τραβιόταν
εμείς τραβιόμασταν
εσείς τραβιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τραβιόνταν
Αόριστος
εγώ τραβήχτηκα
εσύ τραβήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό τραβήχτηκε
εμείς τραβηχτήκαμε
εσείς τραβηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τραβηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τραβηχτώ
εσύ τραβηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό τραβηχτεί
εμείς τραβηχτούμε
εσείς τραβηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τραβηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τραβιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τραβήξου
εσείς τραβηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τραβηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary