Conjugation of τραβάω
tɾaˈva.oπροσπαθώ να μετακινήσω κάτι προς το μέρος μου ασκώντας δύναμη είτε εξ επαφής είτε μέσω ενός σχοινιού, αλυσίδας κ.λπ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τραβάω |
| εσύ | τραβάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβάει |
| εμείς | τραβάμε |
| εσείς | τραβάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβάνε |
Παρατατικός
| εγώ | τραβούσα |
| εσύ | τραβούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβούσε |
| εμείς | τραβούσαμε |
| εσείς | τραβούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβούσαν |
Αόριστος
| εγώ | τράβηξα |
| εσύ | τράβηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τράβηξε |
| εμείς | τραβήξαμε |
| εσείς | τραβήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τράβηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τραβήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τραβήξω |
| εσύ | τραβήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβήξει |
| εμείς | τραβήξουμε |
| εσείς | τραβήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τράβα |
| εσείς | τραβάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τράβηξε |
| εσείς | τραβήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τραβήξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τραβιέμαι |
| εσύ | τραβιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβιέται |
| εμείς | τραβιόμαστε |
| εσείς | τραβιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | τραβιόμουν |
| εσύ | τραβιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβιόταν |
| εμείς | τραβιόμασταν |
| εσείς | τραβιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | τραβήχτηκα |
| εσύ | τραβήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβήχτηκε |
| εμείς | τραβηχτήκαμε |
| εσείς | τραβηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβήχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τραβηχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τραβηχτώ |
| εσύ | τραβηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τραβηχτεί |
| εμείς | τραβηχτούμε |
| εσείς | τραβηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τραβηχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τραβιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τραβήξου |
| εσείς | τραβηχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τραβηχτεί |