HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τρέμω — definition

Conjugation of τρέμω

Regular CEFR C2
ˈtremo

εμφανίζω ακούσιες κινήσεις σε διάφορα μέρη του σώματός μου, που οφείλονται σε φυσικά ή παθολογικά αίτια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τρέμω
εσύ τρέμεις
αυτός / αυτή / αυτό τρέμει
εμείς τρέμουμε
εσείς τρέμετε
αυτοί / αυτές / αυτά τρέμουν
Παρατατικός
εγώ έτρεμα
εσύ έτρεμες
αυτός / αυτή / αυτό έτρεμε
εμείς τρέμαμε
εσείς τρέματε
αυτοί / αυτές / αυτά έτρεμαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα τρέμω
εσύ θα τρέμεις
αυτός / αυτή / αυτό θα τρέμει
εμείς θα τρέμουμε
εσείς θα τρέμετε
αυτοί / αυτές / αυτά θα τρέμουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τρέμετε

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary