Conjugation of τονίζω
toˈni.zoπροφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τονίζω |
| εσύ | τονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονίζει |
| εμείς | τονίζουμε |
| εσείς | τονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τόνιζα |
| εσύ | τόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τόνιζε |
| εμείς | τονίζαμε |
| εσείς | τονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τόνισα |
| εσύ | τόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τόνισε |
| εμείς | τονίσαμε |
| εσείς | τονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τονίσω |
| εσύ | τονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονίσει |
| εμείς | τονίσουμε |
| εσείς | τονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τόνιζε |
| εσείς | τονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τόνισε |
| εσείς | τονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τονίζομαι |
| εσύ | τονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονίζεται |
| εμείς | τονιζόμαστε |
| εσείς | τονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | τονιζόμουν |
| εσύ | τονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονιζόταν |
| εμείς | τονιζόμασταν |
| εσείς | τονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | τονίστηκα |
| εσύ | τονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονίστηκε |
| εμείς | τονιστήκαμε |
| εσείς | τονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τονιστώ |
| εσύ | τονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τονιστεί |
| εμείς | τονιστούμε |
| εσείς | τονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τονίσου |
| εσείς | τονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τονιστεί |