HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τονίζω — definition

Conjugation of τονίζω

Regular CEFR C2
toˈni.zo

προφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τονίζω
εσύ τονίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τονίζει
εμείς τονίζουμε
εσείς τονίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τονίζουν
Παρατατικός
εγώ τόνιζα
εσύ τόνιζες
αυτός / αυτή / αυτό τόνιζε
εμείς τονίζαμε
εσείς τονίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τόνιζαν
Αόριστος
εγώ τόνισα
εσύ τόνισες
αυτός / αυτή / αυτό τόνισε
εμείς τονίσαμε
εσείς τονίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τόνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τονίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τονίσω
εσύ τονίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τονίσει
εμείς τονίσουμε
εσείς τονίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τονίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τόνιζε
εσείς τονίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τόνισε
εσείς τονίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τονίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τονίζομαι
εσύ τονίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τονίζεται
εμείς τονιζόμαστε
εσείς τονίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τονίζονται
Παρατατικός
εγώ τονιζόμουν
εσύ τονιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τονιζόταν
εμείς τονιζόμασταν
εσείς τονιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τονίζονταν
Αόριστος
εγώ τονίστηκα
εσύ τονίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τονίστηκε
εμείς τονιστήκαμε
εσείς τονιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τονίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τονιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τονιστώ
εσύ τονιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τονιστεί
εμείς τονιστούμε
εσείς τονιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τονιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τονίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τονίσου
εσείς τονιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τονιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary