HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τολμάω — definition

Conjugation of τολμάω

Regular CEFR C2
tolˈma.o

ενεργώ χωρίς φόβο, χωρίς δισταγμούς, κάνω κάτι με τόλμη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τολμάω
εσύ τολμάς
αυτός / αυτή / αυτό τολμάει
εμείς τολμάμε
εσείς τολμάτε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμάνε
Παρατατικός
εγώ τολμούσα
εσύ τολμούσες
αυτός / αυτή / αυτό τολμούσε
εμείς τολμούσαμε
εσείς τολμούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμούσαν
Αόριστος
εγώ τόλμησα
εσύ τόλμησες
αυτός / αυτή / αυτό τόλμησε
εμείς τολμήσαμε
εσείς τολμήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τόλμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τολμήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τολμήσω
εσύ τολμήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τολμήσει
εμείς τολμήσουμε
εσείς τολμήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τόλμα
εσείς τολμάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τόλμησε
εσείς τολμήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τολμήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τολμώμαι
εσύ τολμάσαι
αυτός / αυτή / αυτό τολμάται
εμείς τολμόμαστε
εσείς τολμάστε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμώνται
Αόριστος
εγώ τολμήθηκα
εσύ τολμήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τολμήθηκε
εμείς τολμηθήκαμε
εσείς τολμηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τολμηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τολμηθώ
εσύ τολμηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τολμηθεί
εμείς τολμηθούμε
εσείς τολμηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τολμηθούν
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τολμήσου
εσείς τολμηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τολμηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary