HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τιτιβίζω — definition

Conjugation of τιτιβίζω

Regular CEFR B2
ti.tiˈvi.zo

γράφω στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τιτιβίζω
εσύ τιτιβίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τιτιβίζει
εμείς τιτιβίζουμε
εσείς τιτιβίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τιτιβίζουν
Παρατατικός
εγώ τιτίβιζα
εσύ τιτίβιζες
αυτός / αυτή / αυτό τιτίβιζε
εμείς τιτιβίζαμε
εσείς τιτιβίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τιτίβιζαν
Αόριστος
εγώ τιτίβισα
εσύ τιτίβισες
αυτός / αυτή / αυτό τιτίβισε
εμείς τιτιβίσαμε
εσείς τιτιβίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τιτίβισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τιτιβίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τιτιβίσω
εσύ τιτιβίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τιτιβίσει
εμείς τιτιβίσουμε
εσείς τιτιβίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τιτιβίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τιτίβιζε
εσείς τιτιβίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τιτίβισε
εσείς τιτιβίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τιτιβίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary