Conjugation of τιτιβίζω
ti.tiˈvi.zoγράφω στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Twitter Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τιτιβίζω |
| εσύ | τιτιβίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιτιβίζει |
| εμείς | τιτιβίζουμε |
| εσείς | τιτιβίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιτιβίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τιτίβιζα |
| εσύ | τιτίβιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιτίβιζε |
| εμείς | τιτιβίζαμε |
| εσείς | τιτιβίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιτίβιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τιτίβισα |
| εσύ | τιτίβισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιτίβισε |
| εμείς | τιτιβίσαμε |
| εσείς | τιτιβίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιτίβισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τιτιβίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τιτιβίσω |
| εσύ | τιτιβίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιτιβίσει |
| εμείς | τιτιβίσουμε |
| εσείς | τιτιβίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιτιβίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τιτίβιζε |
| εσείς | τιτιβίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τιτίβισε |
| εσείς | τιτιβίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τιτιβίσει |