HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τιμωρώ — definition

Conjugation of τιμωρώ

Regular CEFR C2
ti.moˈɾo

επιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι δυσάρεστο σε αυτόν επειδή έκανε κάτι κακό σύμφωνα με τη δική μου άποψη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τιμωρώ
εσύ τιμωρείς
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρεί
εμείς τιμωρούμε
εσείς τιμωρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρούν
Παρατατικός
εγώ τιμωρούσα
εσύ τιμωρούσες
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρούσε
εμείς τιμωρούσαμε
εσείς τιμωρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρούσαν
Αόριστος
εγώ τιμώρησα
εσύ τιμώρησες
αυτός / αυτή / αυτό τιμώρησε
εμείς τιμωρήσαμε
εσείς τιμωρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμώρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τιμωρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τιμωρήσω
εσύ τιμωρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρήσει
εμείς τιμωρήσουμε
εσείς τιμωρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τιμωρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τιμώρησε
εσείς τιμωρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τιμωρήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τιμωρούμαι
εσύ τιμωρείσαι
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρείται
εμείς τιμωρούμαστε
εσείς τιμωρείστε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρούνταν
εμείς τιμωρούμασταν
εσείς [τιμωρούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρούνταν
Αόριστος
εγώ τιμωρήθηκα
εσύ τιμωρήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρήθηκε
εμείς τιμωρηθήκαμε
εσείς τιμωρηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τιμωρηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τιμωρηθώ
εσύ τιμωρηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τιμωρηθεί
εμείς τιμωρηθούμε
εσείς τιμωρηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τιμωρηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τιμωρείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τιμωρήσου
εσείς τιμωρηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τιμωρηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary