Conjugation of τιμωρώ
ti.moˈɾoεπιβάλλω σε κάποιον να κάνει κάτι δυσάρεστο σε αυτόν επειδή έκανε κάτι κακό σύμφωνα με τη δική μου άποψη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τιμωρώ |
| εσύ | τιμωρείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρεί |
| εμείς | τιμωρούμε |
| εσείς | τιμωρείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρούν |
Παρατατικός
| εγώ | τιμωρούσα |
| εσύ | τιμωρούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρούσε |
| εμείς | τιμωρούσαμε |
| εσείς | τιμωρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρούσαν |
Αόριστος
| εγώ | τιμώρησα |
| εσύ | τιμώρησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμώρησε |
| εμείς | τιμωρήσαμε |
| εσείς | τιμωρήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμώρησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τιμωρήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τιμωρήσω |
| εσύ | τιμωρήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρήσει |
| εμείς | τιμωρήσουμε |
| εσείς | τιμωρήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τιμωρείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τιμώρησε |
| εσείς | τιμωρήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τιμωρήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τιμωρούμαι |
| εσύ | τιμωρείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρείται |
| εμείς | τιμωρούμαστε |
| εσείς | τιμωρείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρούνταν |
| εμείς | τιμωρούμασταν |
| εσείς | [τιμωρούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρούνταν |
Αόριστος
| εγώ | τιμωρήθηκα |
| εσύ | τιμωρήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρήθηκε |
| εμείς | τιμωρηθήκαμε |
| εσείς | τιμωρηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τιμωρηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τιμωρηθώ |
| εσύ | τιμωρηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τιμωρηθεί |
| εμείς | τιμωρηθούμε |
| εσείς | τιμωρηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τιμωρηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τιμωρείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τιμωρήσου |
| εσείς | τιμωρηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τιμωρηθεί |