Conjugation of τηγανίζω
ti.ɣaˈni.zoμαγειρεύω σε τηγάνι, συνήθως με τη χρήση λαδιού και σε υψηλή θερμοκρασία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τηγανίζω |
| εσύ | τηγανίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανίζει |
| εμείς | τηγανίζουμε |
| εσείς | τηγανίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τηγάνιζα |
| εσύ | τηγάνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγάνιζε |
| εμείς | τηγανίζαμε |
| εσείς | τηγανίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγάνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τηγάνισα |
| εσύ | τηγάνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγάνισε |
| εμείς | τηγανίσαμε |
| εσείς | τηγανίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγάνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τηγανίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τηγανίσω |
| εσύ | τηγανίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανίσει |
| εμείς | τηγανίσουμε |
| εσείς | τηγανίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τηγάνιζε |
| εσείς | τηγανίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τηγάνισε |
| εσείς | τηγανίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τηγανίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τηγανίζομαι |
| εσύ | τηγανίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανίζεται |
| εμείς | τηγανιζόμαστε |
| εσείς | τηγανίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | τηγανιζόμουν |
| εσύ | τηγανιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανιζόταν |
| εμείς | τηγανιζόμασταν |
| εσείς | τηγανιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | τηγανίστηκα |
| εσύ | τηγανίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανίστηκε |
| εμείς | τηγανιστήκαμε |
| εσείς | τηγανιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τηγανιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τηγανιστώ |
| εσύ | τηγανιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τηγανιστεί |
| εμείς | τηγανιστούμε |
| εσείς | τηγανιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τηγανιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τηγανίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τηγανίσου |
| εσείς | τηγανιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τηγανιστεί |