HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τηγανίζω — definition

Conjugation of τηγανίζω

Regular CEFR B2
ti.ɣaˈni.zo

μαγειρεύω σε τηγάνι, συνήθως με τη χρήση λαδιού και σε υψηλή θερμοκρασία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τηγανίζω
εσύ τηγανίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τηγανίζει
εμείς τηγανίζουμε
εσείς τηγανίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανίζουν
Παρατατικός
εγώ τηγάνιζα
εσύ τηγάνιζες
αυτός / αυτή / αυτό τηγάνιζε
εμείς τηγανίζαμε
εσείς τηγανίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγάνιζαν
Αόριστος
εγώ τηγάνισα
εσύ τηγάνισες
αυτός / αυτή / αυτό τηγάνισε
εμείς τηγανίσαμε
εσείς τηγανίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγάνισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τηγανίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τηγανίσω
εσύ τηγανίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τηγανίσει
εμείς τηγανίσουμε
εσείς τηγανίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τηγάνιζε
εσείς τηγανίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τηγάνισε
εσείς τηγανίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τηγανίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τηγανίζομαι
εσύ τηγανίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τηγανίζεται
εμείς τηγανιζόμαστε
εσείς τηγανίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανίζονται
Παρατατικός
εγώ τηγανιζόμουν
εσύ τηγανιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τηγανιζόταν
εμείς τηγανιζόμασταν
εσείς τηγανιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανίζονταν
Αόριστος
εγώ τηγανίστηκα
εσύ τηγανίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τηγανίστηκε
εμείς τηγανιστήκαμε
εσείς τηγανιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τηγανιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τηγανιστώ
εσύ τηγανιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τηγανιστεί
εμείς τηγανιστούμε
εσείς τηγανιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τηγανιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τηγανίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τηγανίσου
εσείς τηγανιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τηγανιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary