HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τερματίζω — definition

Conjugation of τερματίζω

Regular CEFR B2
teɾ.maˈti.zo

βάζω ακροδέκτη σε ηλεκτρικό καλώδιο (ήχου, εικόνας, σύνδεσης συσκευών κ.λπ.) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τερματίζω
εσύ τερματίζεις
αυτός / αυτή / αυτό τερματίζει
εμείς τερματίζουμε
εσείς τερματίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά τερματίζουν
Παρατατικός
εγώ τερμάτιζα
εσύ τερμάτιζες
αυτός / αυτή / αυτό τερμάτιζε
εμείς τερματίζαμε
εσείς τερματίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τερμάτιζαν
Αόριστος
εγώ τερμάτισα
εσύ τερμάτισες
αυτός / αυτή / αυτό τερμάτισε
εμείς τερματίσαμε
εσείς τερματίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τερμάτισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τερματίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τερματίσω
εσύ τερματίσεις
αυτός / αυτή / αυτό τερματίσει
εμείς τερματίσουμε
εσείς τερματίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τερματίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τερμάτιζε
εσείς τερματίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τερμάτισε
εσείς τερματίστε
Απαρέμφατο αορίστου
τερματίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τερματίζομαι
εσύ τερματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τερματίζεται
εμείς τερματιζόμαστε
εσείς τερματίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τερματίζονται
Παρατατικός
εγώ τερματιζόμουν
εσύ τερματιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τερματιζόταν
εμείς τερματιζόμασταν
εσείς τερματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τερματίζονταν
Αόριστος
εγώ τερματίστηκα
εσύ τερματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τερματίστηκε
εμείς τερματιστήκαμε
εσείς τερματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τερματίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τερματιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τερματιστώ
εσύ τερματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό τερματιστεί
εμείς τερματιστούμε
εσείς τερματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τερματιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τερματίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τερματίσου
εσείς τερματιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τερματιστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary