Conjugation of τερματίζω
teɾ.maˈti.zoβάζω ακροδέκτη σε ηλεκτρικό καλώδιο (ήχου, εικόνας, σύνδεσης συσκευών κ.λπ.) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τερματίζω |
| εσύ | τερματίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματίζει |
| εμείς | τερματίζουμε |
| εσείς | τερματίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | τερμάτιζα |
| εσύ | τερμάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερμάτιζε |
| εμείς | τερματίζαμε |
| εσείς | τερματίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερμάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | τερμάτισα |
| εσύ | τερμάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερμάτισε |
| εμείς | τερματίσαμε |
| εσείς | τερματίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερμάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τερματίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τερματίσω |
| εσύ | τερματίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματίσει |
| εμείς | τερματίσουμε |
| εσείς | τερματίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | τερμάτιζε |
| εσείς | τερματίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τερμάτισε |
| εσείς | τερματίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τερματίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τερματίζομαι |
| εσύ | τερματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματίζεται |
| εμείς | τερματιζόμαστε |
| εσείς | τερματίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | τερματιζόμουν |
| εσύ | τερματιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματιζόταν |
| εμείς | τερματιζόμασταν |
| εσείς | τερματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | τερματίστηκα |
| εσύ | τερματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματίστηκε |
| εμείς | τερματιστήκαμε |
| εσείς | τερματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τερματιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τερματιστώ |
| εσύ | τερματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τερματιστεί |
| εμείς | τερματιστούμε |
| εσείς | τερματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τερματιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τερματίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τερματίσου |
| εσείς | τερματιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τερματιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.