HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τελώ — definition

Conjugation of τελώ

Regular CEFR B1
teˈlo

κάνω, εκτελώ, πραγματοποιώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τελώ
εσύ τελείς
αυτός / αυτή / αυτό τελεί
εμείς τελούμε
εσείς τελείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τελούν
Παρατατικός
εγώ τελούσα
εσύ τελούσες
αυτός / αυτή / αυτό τελούσε
εμείς τελούσαμε
εσείς τελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τελούσαν
Αόριστος
εγώ τέλεσα
εσύ τέλεσες
αυτός / αυτή / αυτό τέλεσε
εμείς τελέσαμε
εσείς τελέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τέλεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τελέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τελέσω
εσύ τελέσεις
αυτός / αυτή / αυτό τελέσει
εμείς τελέσουμε
εσείς τελέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τελέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τελείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τέλεσε
εσείς τελέστε
Απαρέμφατο αορίστου
τελέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τελούμαι
εσύ τελείσαι
αυτός / αυτή / αυτό τελείται
εμείς τελούμαστε
εσείς τελείστε
αυτοί / αυτές / αυτά τελούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό τελούνταν
εμείς τελούμασταν
εσείς [τελούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά τελούνταν
Αόριστος
εγώ τελέστηκα
εσύ τελέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό τελέστηκε
εμείς τελεστήκαμε
εσείς τελεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τελέστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τελεστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τελεστώ
εσύ τελεστείς
αυτός / αυτή / αυτό τελεστεί
εμείς τελεστούμε
εσείς τελεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τελεστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τελείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τελέσου
εσείς τελεστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τελεστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary