HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ταχυδρομώ — definition

Conjugation of ταχυδρομώ

Regular CEFR B2
ta.çi.ðɾoˈmo

παραδίδω επιστολή ή δέμα στο ταχυδρομείο (ή το ρίχνω στο ταχυδρομικό κουτί) για να αποσταλεί Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταχυδρομώ
εσύ ταχυδρομείς
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομεί
εμείς ταχυδρομούμε
εσείς ταχυδρομείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομούν
Παρατατικός
εγώ ταχυδρομούσα
εσύ ταχυδρομούσες
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομούσε
εμείς ταχυδρομούσαμε
εσείς ταχυδρομούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομούσαν
Αόριστος
εγώ ταχυδρόμησα
εσύ ταχυδρόμησες
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρόμησε
εμείς ταχυδρομήσαμε
εσείς ταχυδρομήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρόμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταχυδρομήσω
εσύ ταχυδρομήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομήσει
εμείς ταχυδρομήσουμε
εσείς ταχυδρομήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ταχυδρομείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταχυδρόμησε
εσείς ταχυδρομήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ταχυδρομήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταχυδρομούμαι
εσύ ταχυδρομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομείται
εμείς ταχυδρομούμαστε
εσείς ταχυδρομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομούνταν
εμείς ταχυδρομούμασταν
εσείς [ταχυδρομούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομούνταν
Αόριστος
εγώ ταχυδρομήθηκα
εσύ ταχυδρομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομήθηκε
εμείς ταχυδρομηθήκαμε
εσείς ταχυδρομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταχυδρομηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταχυδρομηθώ
εσύ ταχυδρομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ταχυδρομηθεί
εμείς ταχυδρομηθούμε
εσείς ταχυδρομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταχυδρομηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ταχυδρομείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταχυδρομήσου
εσείς ταχυδρομηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταχυδρομηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary