Conjugation of ταχυδρομώ
ta.çi.ðɾoˈmoπαραδίδω επιστολή ή δέμα στο ταχυδρομείο (ή το ρίχνω στο ταχυδρομικό κουτί) για να αποσταλεί Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ταχυδρομώ |
| εσύ | ταχυδρομείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομεί |
| εμείς | ταχυδρομούμε |
| εσείς | ταχυδρομείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομούν |
Παρατατικός
| εγώ | ταχυδρομούσα |
| εσύ | ταχυδρομούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομούσε |
| εμείς | ταχυδρομούσαμε |
| εσείς | ταχυδρομούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ταχυδρόμησα |
| εσύ | ταχυδρόμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρόμησε |
| εμείς | ταχυδρομήσαμε |
| εσείς | ταχυδρομήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρόμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ταχυδρομήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ταχυδρομήσω |
| εσύ | ταχυδρομήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομήσει |
| εμείς | ταχυδρομήσουμε |
| εσείς | ταχυδρομήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ταχυδρομείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ταχυδρόμησε |
| εσείς | ταχυδρομήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ταχυδρομήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ταχυδρομούμαι |
| εσύ | ταχυδρομείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομείται |
| εμείς | ταχυδρομούμαστε |
| εσείς | ταχυδρομείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομούνταν |
| εμείς | ταχυδρομούμασταν |
| εσείς | [ταχυδρομούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ταχυδρομήθηκα |
| εσύ | ταχυδρομήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομήθηκε |
| εμείς | ταχυδρομηθήκαμε |
| εσείς | ταχυδρομηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ταχυδρομηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ταχυδρομηθώ |
| εσύ | ταχυδρομηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταχυδρομηθεί |
| εμείς | ταχυδρομηθούμε |
| εσείς | ταχυδρομηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταχυδρομηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ταχυδρομείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ταχυδρομήσου |
| εσείς | ταχυδρομηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ταχυδρομηθεί |