HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ταριχεύω — definition

Conjugation of ταριχεύω

Regular CEFR B2
ta.ɾiˈçe.vo

εκτελώ / πραγματοποιώ ταρίχευση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταριχεύω
εσύ ταριχεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ταριχεύει
εμείς ταριχεύουμε
εσείς ταριχεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχεύουν
Παρατατικός
εγώ ταρίχευα
εσύ ταρίχευες
αυτός / αυτή / αυτό ταρίχευε
εμείς ταριχεύαμε
εσείς ταριχεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταρίχευαν
Αόριστος
εγώ ταρίχευσα
εσύ ταρίχευσες
αυτός / αυτή / αυτό ταρίχευσε
εμείς ταριχεύσαμε
εσείς ταριχεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταρίχευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταριχεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταριχεύσω
εσύ ταριχεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ταριχεύσει
εμείς ταριχεύσουμε
εσείς ταριχεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ταρίχευε
εσείς ταριχεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταρίχευσε
εσείς ταριχεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ταριχεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταριχεύομαι
εσύ ταριχεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ταριχεύεται
εμείς ταριχευόμαστε
εσείς ταριχεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχεύονται
Παρατατικός
εγώ ταριχευόμουν
εσύ ταριχευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ταριχευόταν
εμείς ταριχευόμασταν
εσείς ταριχευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχεύονταν
Αόριστος
εγώ ταριχεύτηκα
εσύ ταριχεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ταριχεύτηκε
εμείς ταριχευτήκαμε
εσείς ταριχευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταριχευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταριχευτώ
εσύ ταριχευτείς
αυτός / αυτή / αυτό ταριχευτεί
εμείς ταριχευτούμε
εσείς ταριχευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταριχευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ταριχεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταριχεύσου
εσείς ταριχευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταριχευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary