HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ταράζω — definition

Conjugation of ταράζω

Regular CEFR B1
taˈra.zo

προκαλώ ταραχή ή αναταραχή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταράζω (→ταράσσω¹)
εσύ ταράζεις
αυτός / αυτή / αυτό ταράζει
εμείς ταράζουμε
εσείς ταράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταράζουν
Παρατατικός
εγώ τάραζα
εσύ τάραζες
αυτός / αυτή / αυτό τάραζε
εμείς ταράζαμε
εσείς ταράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά τάραζαν
Αόριστος
εγώ τάραξα
εσύ τάραξες
αυτός / αυτή / αυτό τάραξε
εμείς ταράξαμε
εσείς ταράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά τάραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταράξω
εσύ ταράξεις
αυτός / αυτή / αυτό ταράξει
εμείς ταράξουμε
εσείς ταράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τάραζε
εσείς ταράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τάραξε
εσείς ταράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταράξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταράζομαι
εσύ ταράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ταράζεται
εμείς ταραζόμαστε
εσείς ταράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ταράζονται
Παρατατικός
εγώ ταραζόμουν
εσύ ταραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ταραζόταν
εμείς ταραζόμασταν
εσείς ταραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ταράζονταν
Αόριστος
εγώ ταράχτηκα
εσύ ταράχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ταράχτηκε
εμείς ταραχτήκαμε
εσείς ταραχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταράχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταραχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταραχτώ
εσύ ταραχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ταραχτεί
εμείς ταραχτούμε
εσείς ταραχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ταραχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ταράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταράξου
εσείς ταραχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταραχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary