Conjugation of ταξιδεύω
ta.ksiˈðe.voπηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ταξιδεύω |
| εσύ | ταξιδεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταξιδεύει |
| εμείς | ταξιδεύουμε |
| εσείς | ταξιδεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταξιδεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | ταξίδευα |
| εσύ | ταξίδευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταξίδευε |
| εμείς | ταξιδεύαμε |
| εσείς | ταξιδεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταξίδευαν |
Αόριστος
| εγώ | ταξίδεψα |
| εσύ | ταξίδεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταξίδεψε |
| εμείς | ταξιδέψαμε |
| εσείς | ταξιδέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταξίδεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ταξιδέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ταξιδέψω |
| εσύ | ταξιδέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ταξιδέψει |
| εμείς | ταξιδέψουμε |
| εσείς | ταξιδέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ταξιδέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ταξίδευε |
| εσείς | ταξιδεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ταξίδεψε |
| εσείς | ταξιδέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ταξιδέψει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.