HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ταξιδεύω — definition

Conjugation of ταξιδεύω

Regular CEFR C1
ta.ksiˈðe.vo

πηγαίνω κάπου με αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο, τρένο κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ταξιδεύω
εσύ ταξιδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό ταξιδεύει
εμείς ταξιδεύουμε
εσείς ταξιδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταξιδεύουν
Παρατατικός
εγώ ταξίδευα
εσύ ταξίδευες
αυτός / αυτή / αυτό ταξίδευε
εμείς ταξιδεύαμε
εσείς ταξιδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταξίδευαν
Αόριστος
εγώ ταξίδεψα
εσύ ταξίδεψες
αυτός / αυτή / αυτό ταξίδεψε
εμείς ταξιδέψαμε
εσείς ταξιδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά ταξίδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ταξιδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ταξιδέψω
εσύ ταξιδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό ταξιδέψει
εμείς ταξιδέψουμε
εσείς ταξιδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά ταξιδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ταξίδευε
εσείς ταξιδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ταξίδεψε
εσείς ταξιδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
ταξιδέψει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary