HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τέρπω — definition

Conjugation of τέρπω

Regular CEFR B1
ˈteɾ.po

διασκεδάζω, ευχαριστώ (κυρίως αισθητικά) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τέρπω
εσύ τέρπεις
αυτός / αυτή / αυτό τέρπει
εμείς τέρπουμε
εσείς τέρπετε
αυτοί / αυτές / αυτά τέρπουν[ε]
Παρατατικός
εγώ έτερπα
εσύ έτερπες
αυτός / αυτή / αυτό έτερπε
εμείς τέρπαμε
εσείς τέρπατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτερπαν
Αόριστος
εγώ έτερψα
εσύ έτερψες
αυτός / αυτή / αυτό έτερψε
εμείς τέρψαμε
εσείς τέρψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έτερψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τέρψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τέρψω
εσύ τέρψεις
αυτός / αυτή / αυτό τέρψει
εμείς τέρψουμε
εσείς τέρψετε
αυτοί / αυτές / αυτά τέρψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ τέρπε
εσείς τέρπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τέρψε
εσείς τέρψτε
Απαρέμφατο αορίστου
τέρψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τέρπομαι
εσύ τέρπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό τέρπεται
εμείς τερπόμαστε
εσείς τέρπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά τέρπονται
Παρατατικός
εγώ τερπόμουν[α]
εσύ τερπόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό τερπόταν[ε]
εμείς τερπόμασταν
εσείς τερπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά τέρπονταν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τέρπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τέρψου

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary