HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σώζω — definición

Conjugation of σώζω

Regular CEFR C2
/ˈsozo/

αποτρέπω ή αποφεύγω μία άσχημη εξέλιξη, μια καταστροφή, ένα ατύχημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σώζω
εσύ σώζεις
αυτός / αυτή / αυτό σώζει
εμείς σώζουμε
εσείς σώζετε
αυτοί / αυτές / αυτά σώζουν
Παρατατικός
εγώ έσωζα
εσύ έσωζες
αυτός / αυτή / αυτό έσωζε
εμείς σώζαμε
εσείς σώζατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσωζαν
Αόριστος
εγώ έσωσα
εσύ έσωσες
αυτός / αυτή / αυτό έσωσε
εμείς σώσαμε
εσείς σώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σώσω
εσύ σώσεις
αυτός / αυτή / αυτό σώσει
εμείς σώσουμε
εσείς σώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σώζε
εσείς σώζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σώσε
εσείς σώστε
Απαρέμφατο αορίστου
σώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σώζομαι
εσύ σώζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σώζεται
εμείς σωζόμαστε
εσείς σώζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σώζονται
Παρατατικός
εγώ σωζόμουν
εσύ σωζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σωζόταν
εμείς σωζόμασταν
εσείς σωζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σώζονταν
Αόριστος
εγώ σώθηκα
εσύ σώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό σώθηκε
εμείς σωθήκαμε
εσείς σωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σωθώ
εσύ σωθείς
αυτός / αυτή / αυτό σωθεί
εμείς σωθούμε
εσείς σωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σώζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σώσου
εσείς σωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σωθεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary